στενόστομος


στενόστομος
-η, -ο / στενόστομος, -ον, ΝΑ
(ιδίως για αγγείο) αυτός που έχει στενό στόμα, στενό στόμιο («στενόστομα ποτήρια», Αρτεμίδ. Δαλδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < στενός + -στομος (< στόμα), πρβλ. μεγαλό-στομος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • στενόστομος — narrow masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενόστομον — στενόστομος narrow masc/fem acc sg στενόστομος narrow neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενοστόμου — στενόστομος narrow masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενοστόμους — στενόστομος narrow masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενοστόμων — στενόστομος narrow masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενόστομα — στενόστομος narrow neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενόστομοι — στενόστομος narrow masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενοτράχηλος — ον, Α (για σκεύος) στενόστομος. [ΕΤΥΜΟΛ. < στενός + τράχηλος] …   Dictionary of Greek

  • στενός — Όνομα δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (45 κάτ., υψόμ. 500 μ.) στην επαρχία Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Παγκρατίου. 2. Παράλιος οικισμός (5 κάτ., υψόμ. 30 μ.), στην επαρχία Παρνασσίδας του νομού Φωκίδας.… …   Dictionary of Greek

  • στόμα — (Ανατ.). Το πρώτο τμήμα του πεπτικού συστήματος. Είναι μια κοιλότητα που ορίζεται μπροστά από τα χείλη και πίσω από τον ισθμό του φάρυγγα, δια του οποίου συνεχίζεται στον φάρυγγα. Το σ. διαιρείται από τις οδοντοστοιχίες σ’ ένα εξωτερικό μέρος, το …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.